in by Alex

Πώς να περάσετε καλά στο Πήλιο, αν είστε εγώ.

Αυτήν την πρωτοχρονιά αποφάσισα να την περάσω στο Πήλιο. Είχα ξαναπάει πριν από δύο χρόνια με κάτι φίλους αλλά, στ’ αλήθεια, ήταν άλλη εποχή τότε: χωρίς δίπλωμα αυτοκινήτου, χωρίς εμπειρία στα ταξιδάκια. Τώρα θα είχα την ευκαιρία να γυρίσω το Πήλιο με το αυτοκίνητο και μάλιστα 4×4, να γνωρίσω κάθε μικρό χωριό και να αποφασίσω μόνος μου τι είναι καλό και τι όχι.

Το ταξιδάκι μου κράτησε 7 μέρες. Εγώ και η κοπέλα μου, στη Ζαγορά Πηλίου, με ένα αγροτικό Mazda.

Πέρασα υπέροχα, έβγαλα συμπεράσματα και πολλές φωτογραφίες. Τις τελευταίες τις κρατάω για μένα, αλλά τα συμπεράσματα θα σας τα χαρίσω, κι αν είστε «εγώ», λάβετε τα υπ’ όψιν σας όταν βάλετε μπρος για Πήλιο.

Μέρα 1η:

Φυσικά η τύχη δεν ήταν με το μέρος μου όσον αφορά την αρχική διαδρομή. Με τους βράχους των Τεμπών να μου έχουν κλείσει τον δρόμο, έπρεπε να ακολουθήσω μια εναλλακτική διαδρομή. Τουλάχιστον δεν πλήρωσα φράγκο στα διόδια, τα οποία ήταν δωρεάν λόγω του προβλήματος. Ακολούθησα τον παραλιακό δρόμο προς Λάρισα. Εντάξει, δεν υπήρξε κάποιο μεγάλο πρόβλημα αλλά οι δυο ώρες επιπλέον σε άγνωστους δρόμους σε εξουθενώνουν. Κατά τις 4 είχα φτάσει στον Βόλο και ακολούθησα τον δρόμο προς Πορταριά. Η διαδρομή ήταν πια βουνίσια, αν και όσο πλησιάζαμε στη Ζαγορά τόσο πιο hardcore γινόταν. Η θέα από ψηλά, κινούμενος ξυστά δίπλα από χαράδρες ήταν υπέροχη, αλλά μετά από 5 ώρες οδήγησης αν είχα επιλογή θα καθόμουν σε ένα τζακούζι με γκόμενες να μου κάνουν μασάζ.

Στις 17:30 ήμασταν Ζαγορά. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν «Τι μεγάλο χωριό». Η δεύτερη μου εντύπωση ήταν «Τι μαλακό μαξιλάρι» καθώς χαλάρωνα στο κρεβάτι του Αρχοντικού Γκαγιάννη.

Όπως σωστά φαντάζεστε η λόρδα με είχε κόψει σαν σαμουράι με katana, γι’ αυτό και βγήκαμε από το αρχοντικό και κατευθυνθήκαμε προς φαγητό. Το λέω έτσι γιατί δεν γνωρίζαμε ακόμη που θα τρώγαμε. Ρωτήσαμε τον κύριο Νίκο, ιδιοκτήτη του αρχοντικού, κοιτάξαμε και τον Alpha Guide του Αθηνόραμα, οδηγό που είχαμε αγοράσει το καλοκαίρι και περιέχει επιλεγμένα ξενοδοχεία και εστιατόρια. Καταλήξαμε στον «Πέτρο», μια ταβέρνα στην κεντρική πλατεία της Ζαγοράς.

Ταβέρνα «Ο Πέτρος»: Παραδοσιακή διακόσμηση, πραγματική αίσθηση ταβέρνας του βουνού. Σε κερνάνε τσιπουράκι στην αρχή. Τέσσερα τραπέζια είχαν κόσμο, αφού ήταν Τρίτη. Παραγγείλαμε κόκορα κρασάτο, χόρτα και κάτι άλλα που δεν θυμάμαι. Το φαγητό ήταν καλό, αλλά όχι τίποτα αξιομνημόνευτο. Έτρωγες πάντως χωρίς προβλήματα. Όταν ήρθε ο λογαριασμός είδαμε πως και η τιμή ήταν νορμάλ. Δεν καθίσαμε για πολύ, πάντως, αφού ήμασταν κουρασμένοι.

Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο, ρίξαμε μια ακόμη ματιά στην όμορφη πλατεία της Ζαγοράς, η οποία αν και δεν είχε ίχνος χιονιού, ήταν όμορφη με τα χριστουγεννιάτικά της στολίδια.

Μέρα 2η:

Ξυπνήσαμε μέσα στη ζεστασιά του δωματίου μας και αφού ετοιμαστήκαμε, φάγαμε το πρώτο μας πρωινό στη reception του αρχοντικού. Δεν έλειπε τίποτε από τον μπουφέ του αρχοντικού και μου άρεσε πολύ η σπιτική πίτα της συζύγου του ιδιοκτήτη. Αργότερα ήπια τον καφέ μου στο «Υλήεν» ένα απίστευτα συμπαθητικό μέρος.

Ήμουν ακόμη λίγο κουρασμένος από την χθεσινή διαδρομή, αλλά με τον καφέ ψιλοέστρωσα. Γύρισα μια βόλτα το κέντρο του χωριού για να το δω μέρα. Το πιο όμορφο πράγμα ήταν η θέα της θάλασσας. Από αυτό το χωριό έβλεπες το γαλάζιο νερό να απλώνεται στον ορίζοντα μπροστά σου και να γεμίζει το οπτικό σου πεδίο. Όμορφο.

Κάτι άλλο που μου έκανε εντύπωση ήταν τα αγροτικά. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου τόσα πολλά αγροτικά μαζεμένα. Κάθε μοντέλο, κάθε έκδοση σε κάθε χρώμα, παλιά και καινούρια. Ήταν φυσικά των κατοίκων του χωριού, που τα χρησιμοποιούν για τις off road περιοχές όπου καλλιεργούν τα μήλα τους. Ήταν ένα χωριό των κατοίκων του και όχι μια κοσμοπολίτικη τουριστ μούφα όπως η Πορταριά. Είχα αρχίσει να αισθάνομαι πολύ οικεία εδώ.Το μεσημέρι πήγαμε για φαγητό στο κοντινό χωριό Πουρί. Ας το πω από τώρα: το Πουρί είναι το πιο ωραίο χωριό στο Πήλιο. Όχι, δεν θα βρείτε τουριστικά μαγαζάκι με σουβενίρ αλλά θα βρείτε ένα τέλειο εργαστήριο τέχνης και κοσμημάτων από ένα ζευγάρι μιας Ιρλανδής και ενός Ολλανδού. Όχι, δεν θα βρείτε κίνηση και πανάκριβα τζιπάκια, αλλά θα βρείτε την πιο όμορφη πλατεία στο Πήλιο με την πιο ωραία θέα. Όχι, δεν θα βρείτε gourmet εστιατόρια, αλλά θα βρείτε τον «Μάκη», το εστιατόριο που απόλαυσα περισσότερο από όλα τα άλλα στο Πήλιο. Εκείνη τη μέρα έφαγα ένα υπέροχο αγριογούρουνο με πατάτες, διάφορα συνοδευτικά και πλήρωσα 22 ευρώ για δυο άτομα.

Μέρα 3η:

Παραμονή πρωτοχρονιάς και ο καιρός ήταν ακόμη ανοιξιάτικος. Θα μπορούσα να σπαστώ επειδή εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει χιόνι υπήρχε χώμα, αλλά ίσως να μην ήταν και τόσο άσχημα γιατί μπορούσαμε να μετακινηθούμε άνετα στους δύσκολους δρόμους του βουνού.Ξεκινήσαμε προς τη μεριά της Τσαγκαράδας. Έχοντας ανοιχτό και το gps στο laptop για να μάθω στα σίγουρα τον δρόμο είδαμε μερικά μικρά χωριά αλλά σταματήσαμε για να δούμε τον Κισσό. Όμορφο χωριουδάκι χωρίς κάτι σπουδαίο. Πήγαμε και στην Τσαγκαράδα. Η πρώτη μου εντύπωση από εκεί δεν ήταν καλή. Ένα χωριό στημένο, όχι αρκετά lifestyle όσο η Πορταριά αλλά ούτε και αρκετά χωριό όσο η Ζαγορά. Με λίγα λόγια, δεν είχε προσωπικότητα. Σε μια πλατεία είχε έναν τεράστιο πλάτανο, εκεί ήπιαμε έναν καφέ στα γρήγορα.

Όταν πεινάσαμε πήγαμε προς ένα εστιατόριο για το οποίο είχαμε ακούσει από φίλους, είχαμε διαβάσει γι’ αυτό στον Alpha Guide και στο ίντερνετ, στην «Αλέκα». Μπαίνοντας μέσα αντικρίσαμε έναν χαμό, με οικογένειες και μωρά κάθε ηλικίας να ουρλιάζουν. Μουσική δεν ακουγόταν από πουθενά. Το μαγαζί, αν και τεράστιο, δεν ήταν άνετο. Κάθισα για αρχή. Άνοιξα τον κατάλογο. «Μοσχαράκι με κάστανα» 15 ευρώ. Έξυσα το κεφάλι μου. Αφουγκράστηκα για λίγο τα μωρά και τα παιδάκια που ούρλιαζαν. Έξυσα το αυτί μου. Το σκέφτηκα λίγο ακόμη, έξυσα κάτι άλλο και σηκώθηκα να φύγω πριν μας πάρουν παραγγελία.

Το χωριό Κισσός ήταν κοντά οπότε, αφού πεινούσαμε, συμβουλευτήκαμε τον Alpha Guide για το που να φάμε και μας κατεύθυνε στα «5 φ».

Ταβέρνα «Τα 5 φ»: Είναι η απόδειξη πως δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι τους ταξιδιωτικούς οδηγούς με κλειστά μάτια. Μια απλή ταβέρνα, με μέτριο (=μάπα) περιβάλλον που βλέπει μέσα, με απλοϊκό φαγητό και ακριβές τιμές. Δεν το απολαύσαμε, χωρίς να λέμε ότι δεν τρωγόταν.

Αρχίσαμε να φορτώνουμε σχετικά με το θέμα φαγητού και είπαμε πως θα έπρεπε να προσέχουμε το που πηγαίνουμε για να απολαμβάνουμε καλύτερα τα μεσημέρια μας.

Το βράδυ περάσαμε την πρωτοχρονιά μας στο μπαρ «Αναμέλλα» της Ζαγοράς. Ένα πολύ όμορφο μπαράκι το οποίο είναι ίσως και η μόνη ενδιαφέρουσα επιλογή για τις νύχτες. Σερβίρει και φαγητό οπότε το προτείνω.

Μέρα 4η:

Ο καφές στο Υλήεν είχε γίνει θεσμός. Μετά το ξύπνημα στο υπέροχο αρχοντικό Γκαγιάννη, ετοιμαζόμασταν, πίναμε τον καφέ μας εκεί και μετά κάναμε κάποια βόλτα σε ένα νέο χωριό. Σήμερα είχαμε προγραμματίσει για κάτι παραλιακά χωριά, Χορευτό κλπ. Πήγαμε, τα είδαμε και φύγαμε. Η θάλασσα ήταν ωραία εικόνα μέσα στον χειμώνα, αλλά κατά τα άλλα τα χωριά ήταν νεκρά.

Όταν πεινάσαμε το μεσημέρι πήγαμε στο Μούρεσι, από το οποίο είχαμε περάσει εχθές. Είχαμε σταμπάρει μια ταβέρνα με το δύσκολο και άσχετο όνομα… «το Ταβερνάκι». Είχε θέα προς τη θάλασσα. Φάγαμε κάτι του στυλ κόκορα κρασάτο και αρνάκι λεμονάτο. Κανονικό το φαί. Το περιβάλλον επίσης κανονικό/αδιάφορο. Η τιμή υψηλή, 30κάτι ευρώ.
Γενικά μου αρέσει να πληρώνω για πράγματα που το αξίζουν. Αυτό δεν άξιζε 33 ευρώ. Με τίποτα.Μέρα 5η:


Ξεκινήσαμε στις 11 η ώρα για Βόλο. Είχα ξαναπάει πριν από δύο χρόνια και δεν μου είχε κάνει εντύπωση. Είχα δίκιο. Μπορεί να ήταν ο πάρα πολύς κόσμος που είχε κατακλύσει τα μαγαζιά. Αλλά, δεν μου άρεσε. Όμορφο το λιμανάκι, αλλά ως εκεί.Γυρίσαμε στη Ζαγορά και ήρθε η ώρα να φάμε. Επειδή είχε όμως περάσει το μεσημέρι και δεν ήθελα να οδηγάω μέσα στη νύχτα στους δύσκολους και γλιστερούς δρόμους (θα πηγαίναμε στο δοκιμασμένο Πουρί για φαγητό) αποφασίσαμε να επισκεφτούμε το «Μεϊντάνι» στη Ζαγορά.

Ταβέρνα «Μεϊντάνι»: Όπως είδατε, κάνω κριτική στα μέρη που έφαγα για τη γεύση και για την τιμή τους. Η αλήθεια πάντως είναι πως σε κανένα δεν είχα κάποιο πρόβλημα. Τι κι αν πλήρωσα 10 ευρώ παραπάνω, έχω ξοδέψει πολλά περισσότερα στη ζωή μου. Εδώ στο Μειντάνι, πήραμε και οι δύο χοιρινό στο φούρνο με μανιτάρια. Δεν ξέρω αν είναι το συγκεκριμένο… ας το πούμε «πιάτο» που έφταιγε, αλλά η εμπειρία ήταν αλμυρή. Ή λιπώδης. Ή βαριά. Κυριολεκτικά. Αυτό που περίμενα σαν κάτι παραδοσιακό με μανιτάρια, ελαφρύ στα φυσικά του ζουμιά ήρθε σαν μια αμερικάνικη βρομιά, μια λαδιασμένη τηγανιά ξαναψημένη με κασέρια, ζαμπόνια, μπεικόνια, κι άλλο λάδι και… αχ… θυμήθηκα την αίσθηση εκείνης της βραδιάς, ένα βαρύ στομάχι, δύσκολος ύπνος… Α, το πλήρωσα και 30 ευρώ τα δύο άτομα.

Μέρα 6η:

Μια μέρα αφιερωμένη στη Ζαγορά. Γιατί να οδηγήσω ξανά. Καθίσαμε στο χωριό, κάναμε τις βόλτες μας. Ψάξαμε λίγο τις υπόλοιπες πλατείες και ήπιαμε τον καφέ μας στο Ύληεν, όπου μας είχανε πια μάθει. Το μεσημέρι φάγαμε στο Πουρί. Νομίζω ότι είχα βρει πια την συνταγή της καλοπέρασης.Ζαγορά, χαλαρά. Με το αγροτικό μας ήμασταν in. Τρώγαμε το καλύτερο φαγητό στο διπλανό χωριό. Το βράδυ πίναμε κρασάκι και τρώγαμε πίτσα στην «Αναμέλλα».

Εγώ έτσι περνούσα καλά, ο AlphaGuide είχε αποδειχθεί παπαριά, τα γνωστά χωριά είχαν όλα βεβαίωση μούφας (από τον διεθνή οργανισμό μουφολογίας) και κατά τύχη έμενα στο πιο ωραίο χωριό και στο πιο ωραίο αρχοντικό.

Μέρα 7η:

Την τελευταία μέρα αποφασίσαμε να επισκεφθούμε την Βυζίτσα και τις Μηλιές, τα μόνα μέρη που δεν είχαμε δει ως τώρα. Η Βυζίτσα ήταν καλή με ένα πολύ συμπαθητικό καφέ δίπλα στην πλατειούλα της. Όμορφο χωριό στο οποίο θα μπορούσα να μείνω για διακοπές. Ο δρόμος όμως από την Ζαγορά ήταν μακρύς. Για να μην μας πάρει η νύχτα καθίσαμε λίγο και γυρίσαμε στην Ζαγορά μας, φάγαμε στον Μάκη και μας έφερε για επιδόρπιο μήλο κομμένο σε φέτες. Ήταν το πιο νόστιμο επιδόρπιο που είχα φάει σε αυτό το ταξίδι.Γενικά, ήταν μια πολύ όμορφη εβδομάδα, διαφορετική από αυτό που θα ζήσεις στην Πορταριά και στα κοντινά στον Βόλο χωριά.

Τα μέρη της Ζαγοράς αξίζουν, αλλά καλά θα κάνετε να πάτε με ικανό 4×4 όχημα αν θέλετε να χαρείτε τα μικρά off road μονοπάτια. Εγώ πέτυχα καιρό άνοιξης μέσα στον χειμώνα και είχα την ευχέρεια να τριγυρίζω την περιοχή, οπότε λάβετε κι αυτό υπ’ όψιν.

Και πάνω απ’ όλα, αγνοήστε τις «δημοφιλείς» προτάσεις: Αν κάτι είναι καλό, θα το ανακαλύψετε μόνοι σας.