in by Alex

5+1 λόγοι για να ΜΗ φύγεις στο εξωτερικό.

Αυτό το άρθρο ξεκίνησα να το γράφω αρχές Σεπτέμβρη, στην Ελλάδα. Είχα καθίσει λίγο παραπάνω από μήνα, μερικές μέρες στο πατρικό, άλλες στη Θεσσαλονίκη και τις υπόλοιπες στη θάλασσα.

Σε λίγες μέρες θα επέστρεφα στη νέα μου πόλη, το Βερολίνο. Και πραγματικά, τις είχα ανάγκη αυτές τις διακοπές.

Eίχα ανάγκη να μπουκώσω από Ελλάδα.

Στο τέλος, λοιπόν, του καλοκαιριού, είχα πια καλομάθει. Είχα συνηθίσει στα γνώριμα ωραία πράγματα της χώρας μας, και όσο κι αν πίσω με περίμεναν πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, μέσα μου ένιωθα ένα μικρό άγχος αποχωρισμού.

Σήμερα, το άρθρο αυτό, το ποστάρω από τη Γερμανία. Εδώ, το άγχος έχει ήδη εξαφανιστεί. Είναι, αντικειμενικά, πολύ ωραία. Αυτά που ένιωθα, όμως, πριν φύγω, δεν τα ξεχνώ.

Γιατί, όσο κι αν την κατηγορούμε, η Ελλάδα σε κάποια της κομμάτια είναι απλά ασύγκριτη.

Έτσι, σε αυτό το άρθρο, θα γράψω για αυτά τα καλά κομμάτια που έχουμε μπροστά στη μύτη μας, αλλά πολύ συχνά επιλέγουμε να αγνοούμε, μαζεύοντας 5+1 λόγους για τους οποίους, στην Ελλάδα, είναι καλύτερα.

1. Ο καιρός

Κλισέ του τύπου “θάλασσα, κρασί και ήλιος” φέρνουν αμέσως στο μυαλό κιτς, τουριστικά μαγαζάκια της Πλάκας με καρτ ποστάλ. Όσο να ‘ναι, όταν έχεις μεγαλώσει σε μια χώρα που το κοντό παντελόνι είναι επίσημη ενδυμασία, ο καλός καιρός είναι κάτι δεδομένο.

Αυτό, μέχρι να ζήσεις σε μια χώρα της Βόρειας Ευρώπης.

Ένα ταξιδάκι με την Ryanair για μερικές μερούλες, όση μουντάδα κι αν έχει, θα είναι fun. Εξάλλου, τα σύννεφα φτιάχνουν καλό φως για φωτογραφίες, και οι φωτό από τις #travel-life σέλφι, θα φαίνονται ακόμη καλύτερες, ειδικά όταν θα τις δείχνεις στους φίλους σου, επιστρέφοντας, σε κάποια παραλιακή φραπερί.

Για να καταλάβει, πραγματικά, κανείς το πόση αξία έχει ο καιρός της χώρας μας, πρέπει να ζήσει κάπου μουντά για καιρό. Να ξυπνάει για δέκατο πρωί Ιούνη στη σειρά, και φορώντας το μπουφανάκι του, να ευλογεί τον θεό που τουλάχιστον “δεν βρέχει πολύ”. Και αυτό χωρίς να ξεκινήσω να σχολιάζω τις θερμοκρασίες που πιάνουν μετά τον Νοέμβριο…

Πραγματικά, για το Βερολίνο έχω χίλια καλά να πω, αλλά έχοντας ήδη περάσει τη μισή μου ζωή στο Λονδίνο της Ελλάδας (τα Γιάννενα) μετά από Ανοιξιάτικους και Καλοκαιρινούς μήνες που ζούσα έναν ατέλειωτο Χειμώνα, όταν επέστρεψα, δεν γκρίναξα ούτε δευτερόλεπτο για τους Αυγουστιάτικους καύσωνες.

Σαν τον καιρό της Ελλάδας, πουθενά.

2. Το φαγητό

Να, ακόμη ένα κλισέ.

Βασικά, είναι λογικό να πέφτουμε τόσο σε κλισέ περιπτώσεις. Όλοι οι λόγοι για να μείνεις στην Ελλάδα είναι ήδη γνωστοί. Απλά, συνήθως το παίζουμε έξυπνοι λέγοντας: «Σιγά μη συμβεί σε εμένα. Εγώ είμαι διαφορετικός».

Αυτό με το φαΐ στο εξωτερικό, το είχα νιώσει πρώτη φορά στο ταξίδι μου στην Ιαπωνία. Εκεί οι γεύσεις ήταν τόσο διαφορετικές, που ακόμη και μόνο είκοσι μέρες έφταναν, για να προσγειωθώ Ελλάδα όχι στο αεροδρόμιο, αλλά σε ένα πακέτο (που με περίμενε) με κοτόπουλο σούβλας με πατάτες και τυροκαυτερές και ούτε εγώ ξέρω τι άλλο μερακλήδικο.

Εκείνη ήταν μια αντίδραση πανικού.

Τώρα, στην πιο συμβατική Γερμανία, πρώτον, το να μένεις σε μια vegan πόλη όπως το Βερολίνο αναγκαστικά θα σε φέρει μπροστά σε μια τροφική ξενερωτίλα. Αλλά, δεν πειράζει – είμαι κι εγώ εξάλλου λίγο ξενέρωτος.

Παρατήρησα, όμως, ότι με τον καιρό να περνάει, άρχιζα να γεμίζω το ψυγείο με πράγματα πολύ οικεία: Ελληνικό γιαούρτι, κουτάκια με φέτα σε άλμη, ελαιόλαδα από Καλαμάτα. Σε ένα συνοικιακό καφέ Ελληνικής ιδιοκτησίας, έτρωγα πολλές φορές τον μήνα χειροποίητο μουσακά.

Ακόμη και τόσο κοντά στη χώρα μου, ένιωθα τις δικές μας γεύσεις να μου προσφέρουν συναισθήματα που δεν ένιωθα παλιά.

Και μετά, όσο έβλεπα το πως τρώνε έξω οι ξένοι και τι αντιμετώπιση δέχονται από τα καταστήματα εστίασης, καταλάβαινα περισσότερο το πόσο τυχεροί ήμαστε στο φαγητό, τόσο από άποψη ποιότητας, όσο και αντιμετώπισης, ως πελάτες, από τους καταστηματάρχες.

Α, και πράγματα όπως γλυκάκι στο τέλος για κέρασμα στο εξωτερικό; Γελάω. Πιο πολύ κατάρες και ξινίλα αν δεν αφήσεις tip ένα μεροκάματο ακόμη.

3. Τα καλοκαίρια

Το βάζω αυτό σαν ξεχωριστό point, γιατί δεν έχει να κάνει μονάχα με τον καιρό. Έχει να κάνει με την γενικότερη αντίληψη που έχουμε οι Έλληνες για αυτά.

Με την ιερότητα, ας πούμε, που έχουν για εμάς τα καλοκαίρια.

Το καλοκαίρι στην Ελλάδα δεν είναι εποχή. Είναι άλλη διάσταση. Μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου, τις έζησα στα Ελληνικά καλοκαίρια: Οι ζεστές, μεγάλες μέρες, τα αράγματα στα beach bar, οι βόλτες με γουρούνα στο νησί, τα βράδια με φαγητά και λουκουμάδες.

Αυτά τα πράγματα, πολύ απλά, δεν υπάρχουν στις περισσότερες χώρες του εξωτερικού. Κι αν υπάρχουν, όπως παράδειγμα σε άλλες μεσογειακές χώρες, τότε για ποιόν λόγο να μην κάτσεις εξ’ αρχής στην Ελλάδα.

Χωρίς τα Ελληνικά καλοκαίρια είναι σαν να λείπει κάτι από τη ζωή. Και αυτό το κατάλαβα καλά στα τέλη του περασμένου Ιούλη.

4. Η γλώσσα

Πρώτα απ’ όλα, ας αφήσουμε στην άκρη το ότι, σε οποιαδήποτε χώρα πέραν από Αγγλόφωνη, το να έχει κανείς ένα native-level επίπεδο γλώσσας, είναι σπάνιο.

Ας αφήσουμε, ακόμη, στην άκρη και τον χρόνο που χρειάζεται για να μάθει κανείς καλύτερα (και δη από το μηδέν) κάποια καινούρια γλώσσα. Γιατί, ειλικρινά, δεν γίνεται να μένεις σε μια ξένη χώρα (ακόμη και στο hipster Βερολίνο) μιλώντας μόνο Αγγλικά.

Ας μείνουμε μονάχα στο κομμάτι του ότι, γενικά, θα μιλάς μια ξένη γλώσσα.

Θα έρθουν, τότε, στιγμές που θα βρεθείς σε μια μεγάλη παρέα με, ας πούμε, πολλούς Γερμανούς. Με όσα λίγα Γερμανικά ξέρεις, θα προσπαθήσεις να πεις τις δικές σου απλοποιημένες κουβέντες. Μετά θα ακούς ήσυχος στη γωνία, ζητώντας κάθε λίγο να επαναλάβουν πιο αργά.

Κάποια στιγμή, όμως, θα πάρουν φόρα, και θα αρχίσουν να μιλάνε μεταξύ τους, κι εσύ θα πιάνεις μια λέξη στο τόσο, κουνώντας απλώς το κεφάλι σου κάτω-πάνω, σαν τα πλαστικά σκυλάκια στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων, όχι επειδή καταλαβαίνεις, αλλά από τη φόρα που σου έδωσε το γκάζωμα των λέξεων.

Η ακόμη χειρότερα, θα έρθει μια στιγμή, που ένας αγενής κωλόγερος θα σου κάνει κάποια περίεργη ξινή κίνηση, όπως να σε σμπρώξει στην ουρά για το μπάρ, ή θα σου πει κάνα περίεργο passive-aggressive.

Και τότε, όταν δεν θα μπορείς να πεις τίποτα, γιατί καμία σοβαρή βρισιά έχει η γλώσσα του, και γιατί το μόνο που θα βγαίνει από τα βάθη της καρδιάς σου θα είναι Ελληνικά βρισίδια, θα νιώσεις νοσταλγία για τις μέρες που οδηγώντας στους δρόμους της Θεσσαλονίκης έγραφες ραψωδίες, μπινελικόνωντας σαν ένας νέος Όμηρος.

Είναι κάτι τέτοιες στιγμές, που θα καταλάβεις, ότι όσο καλά και να μιλάς μια ξένη γλώσσα, εκείνη θα παραμένει ξένη.

Κάποια πράγματα, ειδικά αυτά που βγαίνουν μέσα από την καρδιά σου, στη μητρική της γλώσσα λέγονται αλλιώς. Στην Ελλάδα, ακόμη κι αν κάποιος σου τη δώσει άγρια, ξέρεις ότι, τουλάχιστον, μπορείς να τον βρίσεις στη γλώσσα σου.

Και αυτό είναι πολύ ανακουφιστικό.

5. Οι άνθρωποι της χώρας σου (με τα καλά τους και τα κακά τους)

Όλοι έχουμε να πούμε κάτι για τον «ελληναρά»: τον τύπο που παρκάρει όπου να ‘ναι, που προσπερνάει χωρίς να ανάψει φλας ή που μιλάει με αγένεια στα γκισέ του ΙΚΑ.

Αλλά, αρκεί να μείνουμε σε μια ξένη πόλη, για να δούμε ότι όχι μόνο έχουν και οι ξένοι τα ίδια κουσούρια, αλλά πολλές φορές και περισσότερα. Αγένεια, μυαλά κουκούτσι, συμπεριφορές που δεν αποκωδικοποιούνται, σε λίγους μόνο μήνες τα έχω δει όλα.

Το κλισέ, ότι “οι Ευρωπαίοι είναι λεπτεπίλεπτοι και τέλειοι” (σε σύγκριση με εμάς) είναι απλά μια αφελής γενίκευση.

Μπορεί οι Έλληνες συμπολίτες μας να έχουν κι αυτοί τα χούγια τους, αλλά τουλάχιστον “τους καταλαβαίνουμε”. Εντάξει, μερικοί να είναι υπερβολικά σπασοτέτοιοι, αλλά, τουλάχιστον, όταν υπάρχει λόγος, το μυαλό τους κόβει.

Α, και στην Ελλάδα, τουλάχιστον, τα… παράγωγα των σκύλων στα πεζοδρόμια τα μαζεύουν. Σε αντίθεση με κάποιες πόλεις του εξωτερικού.

…Η οικογένεια σου

Όταν πηγαίνεις στο εξωτερικό για σπουδές, είναι μια ειδική περίπτωση: Από τη μία είσαι ακόμη μικρός και από την άλλη, μπορείς να τα δεις όλα με πλάνο τετραετίας.

Από τα 24 και μετά, όμως, τα πράγματα αλλάζουν: η ζωή (και ο χρόνος) αρχίζει να κυλάει με γρηγορότερους ρυθμούς. Τα πλάνα γίνονται πια με εύρος μεγαλύτερο. Δεν είναι απλά “τέσσερα χρόνια σπουδές και μετά τέλος”. Ότι ξεκινάς να κάνεις σε αυτή την ηλικία, το βλέπεις συνήθως πια σε βάθος ολόκληρης ζωής.

Τότε, φεύγοντας για να εργαστείς, ακόμη και με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες, όχι σαν “μετανάστης”, αλλά σαν Σενγκενιασμένος Ευρωπαίος πολίτης, αργά ή γρήγορα, καταλαβαίνεις ότι τίποτε δεν έχει αξία όσο το να είσαι με την οικογένειά σου.

Όσο μηδενιστής κι αν είσαι (γκούχου-γκούχου), σε αυτή τη ζωή, μόνο μια οικογένεια σου δίνεται. Και το να μένεις στο εξωτερικό, με τους χρονικούς ρυθμούς της ενήλικης ζωής, κατά κάποιον τρόπο ξεπουλάς τις πολύτιμες στιγμές μαζί τους που δεν θα ξανάρθουν ποτέ.

Δεν λέω πως δεν γνωρίζει κανείς καινούρια και ενδιαφέροντα πράγματα όταν φεύγει για αλλού.

Λέω, απλά, πως για την οικογένεια και τους ανθρώπους που ήξερες μια ζωή, θα έχεις πάντα μέσα σου μια δυνατή νοσταλγία – όπως όλα τα πράγματα που ήταν τα πρώτα στη ζωή σου.

Και αυτά θα βρίσκονται, συνήθως, στην Ελλάδα.

Να φεύγει κανείς, η να μη φεύγει;

Ιδού η απορία.

Όλα όσα ανέφερα είναι πράγματα αληθινά. Σκέψεις που πολύ συχνά είχαν περάσει από το μυαλό μου τον τελευταίο καιρό.

Από τη άλλη, όμως, αυτή είναι και μια αντι-λίστα. Πολύ, μα πάρα πολύ πιο εύκολα, θα μπορούσα να κάνω και μια με τα αμέτρητα καλά του να μένεις σε μια μεγάλη, Ευρωπαϊκή πόλη.

Όπως, θα μπορούσα, και να θυμηθώ, ότι όλα αυτά τα “αρνητικά” δεν τα ήξερα πριν το κάνω. Ούτε την αξία του καλού καιρού, ούτε του φαγητού, ούτε των Ελληνικών καλοκαιριών ή του να έχεις κοντά την οικογένειά σου.

Με άλλα λόγια, είναι γνώση που κέρδισα.

Γι’ αυτό, ίσως τελικά, για μερικούς από εμάς, έτσι πρέπει: Να φεύγουμε. Να αφήνουμε κάποια πράγματα πίσω μας για λίγο, απλά για να καταλάβουμε την αξία που έχουν για εμάς.

Να πρέπει να φύγουμε από μια χώρα στην οποία βλέπουμε μόνο κακά, για να καταλάβουμε ότι απλώς, όλα τα καλά της, τα είχαμε για δεδομένα.

Και στην τελική, αυτό δεν σημαίνει να γίνεσαι πιο έξυπνος; Να μαθαίνεις κάτι που δεν ήξερες. Να αλλάζεις.

Comment:

  1. Συμφωνώ σε γενικές γραμμές με όσα ανέφερες (ειδικά στο θέμα του φαγητού!), αλλά στο θέμα ευγένειας πιστεύω ότι οι Σκανδιναβικές χώρες δε μπορούν να συγκριθούν. Mε ελάχιστες εξαιρέσεις οι Σκανδιναβοί σέβονται πλήρως τον προσωπικό σου χώρο και όλη η κοσμοθεωρία τους περιστρέφεται γύρω από αυτό. Γενικώς από όσο γνωρίζω, οι Ιάπωνες έχουν στην κουλτούρα τους την ευγένεια και το σεβασμό. Ίσως θα μπορούσες να μας πεις εσύ περισσότερα γι’ αυτό. Οι Γερμανοί θεωρούνται πιο ευθείς, γεγονός που πολλές φορές μπορεί να τους κάνει πιο αγενείς. Επίσης, εφόσον μένεις σε μια πολύ μεγάλη πόλη όπως στο Βερολίνο μπορεί να επηρεάζουν και οι ρυθμοί της καθημερινότητας σε συνδυασμό με το μουντό καιρό (έλλειψη βιταμίνης D). Προσωπικά, ένας λόγος που μου αρέσει που μένω στο εξωτερικό είναι ότι δε χρειάζεται να αντιμετωπίσω την ελληνική αγένεια και τη νοοτροπία του ελληναρά, όπως ανέφερες. Όσον αφορά τα περιττώματα, ούτε στην Ελλάδα τα μαζεύουν όλοι αλλά εκεί τίθεται πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα βρωμιάς τόσο στα αστικά κέντρα όσο και σε ακτές και θάλασσες.

    • Καλά, κι εγώ κάποιες γενικεύσεις έκανα, χάριν του άρθρου. Σκανδιναβία δεν έχω βρεθεί, αλλά οι Ιάπωνες είναι πράγματι σιχαμένα ευγενικοί. Όμως, και πάλι, αν κάτσεις καιρό, επιβεβαιώνει το κομμάτι που λέω ότι κάθε λαός πάνω-κάτω τα ίδια κουσούρια έχει κατά βάθος.

      Κι εγώ στο εξωτερικό επιλέγω να μένω, με ότι λέει αυτό για μένα. Πιστεύω πια, όμως, πως δεν φταίνε οι λαοί, αν δεν μου αρέσει κάτι. Φταίνε οι δικές μου προσδοκίες και η άρνηση μου να “χαλαρώσω”.

      Ευχαριστώ για το comment!

  2. Τα καλοκαίρια στην Ελλάδα είναι πραγματικά ένας κόσμος αλλιώτικος. Μόλις επέστρεψα κι εγώ από τις διακοπές μου στην πατρίδα και όσα γράφεις τα έχω σκεφτεί κι εγώ. Είναι κόλλημα να μην μπορώ να χαρακτηρίσω τον Ολλανδό παπάρα και να με καταλάβει . Μόνο για την οικογένεια θα διαφωνήσω λίγο, μπορεί και από τύψεις. Δε πιστεύω πως έχεις μόνο μια οικογένεια, ήρθα εδώ μόνος και έρημος και έχω κάνει φίλους πους τους συγκρίνω με Ελληνες φίλους από το προπτυχιακό και τους θεωρώ πλέον οικογένεια, περάσαμε πολλά μαζί και μόλις σε ένα χρόνο. Ακόμη δεν πιστεύω πως ξεπουλάς στιγμές με την οικογένειά σου φεύγοντας γιατί για όσες χαρούμενες στιγμές θα είχες μαζί τους άλλες τόσες θα είχες στενάχωρες μαζί τους ή μόνος σου. Βέβαια αυτό επηρεάζεται από τον λόγο για τον οποίο έφυγες, ήθελες, αναγκάστηκες κτλ.

    • Είναι τέλειο που βρήκες τόσο καλούς φίλους στο εξωτερικό. Φυσικά και πιστεύω ότι γίνεται, αλλά σε κάποια lifestyles είναι δύσκολο να γνωρίσεις εύκολα κόσμο με τον οποίο να κολλήσεις.

      Να περνάς καλά στην Ολλανδία. 🙂

      • Συμφωνώ, είναι δύσκολο και δυσκολεύει και όσο μεγαλώνεις. Σε ευχαριστώ κι εσύ στο Βερολίνο.

  3. Συμφωνώ με τα περισσότερα αλλά δυστυχώς πολλά νέα παιδιά στην πατρίδα μας εργάζονται για μισθούς κάτω των 600€ και χωρίς καμιά προοπτική για εξέλιξη.Η εξέλιξη για ένα νέο ανθρωπό είναι ζωτικής σημασίας γιατί χωρίς ελπίδα επέρχεται αργά η γρήγορα ο κορεσμός.Προοπτική και ελπίδα δυστυχώς για τους περισσότερους νέους δίνει μόνο το εξωτερικό.Αρά αυτό που προτείνω είναο ψηλά το κεφάλι εργασία εξώ για οσο χρειαστεί και οι νέοι ανθρώποι να σκεφτούμε λύσεις για την χώρα μας.Είναι κρίμα να υπάρξει παραδοχή αποτυχίας για την γενιά των 25+ γιατί υποτίθεται οτι μεγαλώσαμε με πιο ανοιχτά μυαλά.Ας παλέψουμε λοιπόν για να αποδείξουμε το αντίθετο.