in Posts from Bang to Basic

Το μόνο άρθρο που θα χρειαστεί να διαβάσεις για την Dreamland.

Περπατώντας προς τον χώρο του parking από το μεγάλο και θεοσκότεινο μονοπάτι, άκουγα από μακριά τα πνιχτά μπάσα της μουσικής. Είχαμε φύγει στα μισά του set του Dino MFU για να οδηγήσουμε νύχτα μέχρι την άλλη μεριά της Ελλάδας και να προλάβουμε τις Δευτεριάτικες ώρες εργασίας.

Τα παπούτσια μου είχαν γεμίσει χώμα, πρώτα από τα πατήματα μπροστά στο stage και τώρα από το ίδιο το μονοπάτι. Και υπό φυσιολογικές συνθήκες, αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να είμαι μπουχτισμένος, κουρασμένος από ένα θορυβώδες τριήμερο, ανάμεσα σε αντίσκηνα που δεν κοιμόντουσαν ποτέ και μπάνια σε αναγκαστικά παγωμένα υπαίθρια ντους.

Αλλά εγώ ήμουν χαρούμενος. Ήμουν ακόμη γεμάτος ενέργεια, παρά τις ελάχιστες ώρες που είχα κοιμηθεί – ουσιαστικά 9 ώρες ύπνου μέσα σε τρεις μέρες. Και περπατώντας αυτό το σκοτεινό και μακρύ χωμάτινο μονοπάτι για τελευταία φορά, αισθανόμουν οικειότητα.

Αυτό το μεγάλο χωράφι με τους 70 DJs και τις χιλιάδες κόσμου που χόρευε, με είχε κάνει κομμάτι του.

Αυτό το άρθρο μπορεί να ξεκινάει από το τέλος, αλλά αυτή η ιστορία της Dreamland είναι μονάχα η μικρή αρχή για κάτι μεγάλο.

Ένα (χειροποίητο) φεστιβάλ.

Ένα τριήμερο φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής στην Αρχαία Ολυμπία, με 70 Έλληνες DJs, δίπλα στις όχθες του Αλφειού, με κάμπινγκ. Αυτή ήταν η βασική υπόσχεση της Dreamland, μιας διοργάνωσης που θα γινόταν για πρώτη φορά φέτος, αλλά και ως η πρώτη του είδους της στη χώρα.

Όλο αυτό ήταν αρκετό για να μου κινήσει την περιέργεια, οπότε έψαξα και μίλησα με τους υπεύθυνους της διοργάνωσης για το πως ξεκίνησε και υλοποιήθηκε κάτι τόσο μεγάλο από το μηδέν.

«Η ιδέα αυτή ήταν στο μυαλό μας εδώ και τρία-τέσσερα χρόνια» μου λέει ο Γιώργος Καλλίνικος, ένας εκ της ομάδας της Dreamland, μαζί με τον Γιώργο Κράλλη, τον αρχηγό Τάκη Σταματόπουλο και πολλούς ακόμη.

«Πέρσι τον Μάρτη οι άνθρωποι του κάμπινγκ μας πρόσφεραν τον χώρο ως συνεργάτες. Από τότε υπήρξε πολλή προσωπική εργασία και σχεδόν μηδενική βοήθεια από εξωτερικούς συνεργάτες. Μέχρι την τελευταία στιγμή σκάβαμε με τα χέρια μας, αλλά είναι κάτι που πραγματικά το αγαπάμε, όπως και ο κόσμος που βρίσκεται εδώ πέρα. Αυτός ο χώρος που βρίσκεται το κεντρικό stage, πριν ασχοληθούμε μαζί του, ήταν βουνά στην κυριολεξία. Εμείς το ισιώσαμε. Δύο μήνες καταβρέχαμε για να γίνει η πρασινάδα. Ότι βλέπετε είναι πραγματικά προσωπική δουλειά.»


Με τον Γιώργο Καλλίνικο (κέντρο) και τον Larry Ιωαννίδη (δεξιά).

Κοιτάζω τον χώρο του κεντρικού stage που, όπως είναι τώρα, δεν μπορώ να τον φανταστώ σαν “βουνά”. Αυτή τη στιγμή είναι μια μπόλικη πλατεία, που κοιτάζει σε μια δεκαριά περίπτερα με φαγητά, ποτά και αναμνηστικά και πίσω από αυτά το ποτάμι.

Και το ποτάμι αυτό είναι ένα βασικό κομμάτι της Dreamland, ένα μοναδικό στοιχείο που φτιάχνει τον χαρακτήρα του φεστιβάλ. Η Dreamland είναι μια γιορτή ηλεκτρονικής μουσικής δίπλα στο ποτάμι.

«Ο λόγος που το φεστιβάλ ξεκίνησε φέτος ήταν πως βρήκαμε τον κατάλληλο χώρο, εδώ στην Αρχαία Ολυμπία» μου εξηγεί ο Γιώργος. «Και να μην ξεχνάμε ότι η Αρχαία Ολυμπία είναι ένα τεράστιο brand name. Άνθρωποι από όλον τον κόσμο έρχονται κάθε χρόνο για να δουν τα ιστορικά μέρη της. Για κάποιους είναι ακόμη και όνειρο ζωής. Ο σκοπός μας δεν είναι πλέον να απευθυνθούμε μόνο στην Ελλάδα. Θέλουμε και οι άνθρωποι από το εξωτερικό να έχουν κίνητρο για να έρθουν. Είδαμε Σουηδούς, Ιταλούς, οι οποίοι θα επισκεφτούν τόσο την Αρχαία Ολυμπία, αλλά θα παρευρεθούν και σε ένα μουσικό φεστιβάλ που ο δικός μας στόχος είναι να φτάσει στο επίπεδο της Tommorowland. Φυσικά, μακάρι να καταφέρουμε κάτι τέτοιο. Η Tommorowland, πάντως, όταν ξεκίνησε το 2005 είχε 10.000 εισιτήρια. Εμείς αυτή τη στιγμή είχαμε προπωλημένα 8.500 εισιτήρια.»

Πως φτιάχνεις μια Tommorowland στην Ελλάδα;

Αν μου έχει μείνει ένα track από αυτό το τριήμερο, αυτό είναι το “Dreamland” του DiGi, το επίσημο anthem του φεστιβάλ. Σε κάθε διάλειμμα μεταξύ των set, μας έκανε όλους να χτυπιόμαστε σαν να το ακούγαμε πρώτη φορά.

Η Dreamland, από το όνομα και μόνο, δεν προσπαθεί να κρύψει την βασική της έμπνευση. Θέλει ξεκάθαρα να γίνει η Tomorrowland της Ελλάδας.

Για όσους δεν γνωρίζουν, η Tomorrowland είναι ένα φεστιβάλ EDM μουσικής στο Βέλγιο που ξεκίνησε πριν από καμία δεκαριά χρόνια και σήμερα είναι ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο. Μιλάμε για 400.000 άτομα στη φετινή διοργάνωση. Απλά, για να παρευρεθείς εκεί πρέπει να πληρώσεις τουλάχιστον 400 € μόνο για την είσοδο με το κάμπινγκ – συν άλλα πόσα για να πετάξεις ως εκεί.

Τι θα γινόταν, όμως, αν φτιάχναμε ένα μεγάλο φεστιβάλ με DJ στην ίδια μας τη χώρα; Υπάρχει άραγε αρκετό κοινό στην Ελλάδα για κάτι τέτοιο;


Τα day sets δίπλα στο ποτάμι.

Νομίζω πως ναι, υπάρχει. Εγώ και η παρέα μου, για παράδειγμα, οργανώσαμε roadtrip από την άλλη μεριά της Ελλάδας, ενώ στο φεστιβάλ, πέραν από κατοίκους κάθε νομού είδαμε και κόσμο από το εξωτερικό.

Με 10.000 επισκέπτες κάθε μέρα, το ξεκίνημα της Dreamland θέτει σίγουρα τη βάση για κάτι δυνατό. Και η πρώτη φορά μπορεί να κουβαλάει μαζί της τα προβλήματα από όσα δεν μπόρεσε η διοργάνωση να προβλέψει, αλλά ταυτόχρονα δίνει αυτό το αίσθημα οικειότητας που ανέφερα στην αρχή.

Όταν κάτι είναι ακόμη στη γέννησή του, “ερασιτεχνικό”, είναι εύκολο να ταυτιστείς μαζί του. Η Dreamland δεν ξεκίνησε ως “κάτι”, μα κατάφερε να γίνει πολλά μέσα στις μέρες που εξελισσόταν μαζί με τον κόσμο.

«Ξεκινήσαμε με ένα budget πολύ μικρό» εξηγεί ο Γιώργος «και όσο βλέπαμε την ανταπόκριση του κόσμου εμείς ρίχναμε όλα τα λεφτά των εισιτηρίων στην ίδια την διοργάνωση. Δεν κοιτάξαμε να βγάλουμε λεφτά, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Πριν λίγο μάλιστα, είχαμε μαζευτεί εδώ τρία άτομα και κοιτάζαμε τα έσοδα και καταλήξαμε στο ότι ίσως αυτή τη στιγμή να μας λείπουν και λεφτά. Και αν κλείσουμε με μείον, θα τα βάλουμε από την τσέπη μας. Εμείς το αγαπάμε αυτό που κάνουμε. Μας αρέσει. Και θέλουμε να μεταδώσουμε και όλη μας την ενέργεια, στους υπόλοιπους που δεν το γνωρίζουν και να μας ακολουθήσουν.»

Μια μέρα σε ρυθμούς Dreamland.

Το καλύτερο κομμάτι της Dreamland για μένα ήταν τα μεσημέρια, όταν αράζαμε σε πετσέτες πάνω στον χλοοτάπητα μπροστά στο ποτάμι και δίπλα μας βαρούσαν οι DJs από House-ιές μέχρι καρα-mainstream EDM.

Καιγόμασταν στον ήλιο, πίναμε την καφεδάρα μας, βουτούσαμε στο ποτάμι ή βρεχόμασταν με τα νεροπίστολα και μετά τρέχαμε μπροστά στον DJ με την παρέα μας και χοροπηδούσαμε μέχρι να κουραστούμε – και μετά ξανά τα ίδια στο repeat, μέχρι να έρθει το βράδυ και μέχρι να έρθει ξανά η επόμενη μέρα.

Η επόμενη εικόνα είναι ένα διαδραστικό πανόραμα (αλά Google). Κάνε κλικ πάνω της και κούνα τη για να δεις τον χώρο όπου αράζαμε μπροστά στο ποτάμι:

Σε αυτό το σημείο θέλω να μιλήσω ειδικά για τον καφέ: Υπάρχει διάφοροι παράγοντες που θα με κάνουν να περάσω καλά κάπου και ένας από αυτούς είναι η εύκολη πρόσβαση σε ποιοτικό καφέ.

Δεν θέλω να προσβάλω κανέναν, αλλά οι Έλληνες γενικά από καλό καφέ δεν έχουν αίσθηση. Μπορούν να γεμίσουν μαγαζιά που σερβίρουν βροχόνερο, χωρίς να κάνουν το παραμικρό παράπονο.

Ε, στην Dreamland, σε ένα φεστιβάλ δίπλα στο ποτάμι, έπινα εκπληκτικά καλό espresso. Οι άνθρωποι είχαν φέρει επαγγελματίες barista που σίγουρα ήξεραν τι έκαναν και με 2€ έφτιαχναν freddo με μυρωδιά πραγματικού καφέ, σωστά φτιαγμένου και σερβιρισμένου (κόκκο Jacobs). Ο καφές, λοιπόν, ήταν ένα από τα highlights της εκδήλωσης.


Η καλύτερη στιγμή της μέρας.

Για εμάς, λοιπόν, που μέναμε στο κάμπινγκ, κάπου στις 6 κάναμε ένα (υπέροχα παγωμένο) ντουζάκι και αράζαμε για λίγο στις σκηνές, μέχρι τις 7 το απόγευμα που ξεκινούσαν τα set-άκια στο κεντρικό stage.

Το απόγευμα τα πράγματα ξεκινούσαν λίγο χαλαρά, με τους πρώτους DJ στη σειρά να έχουν δυστυχώς λίγο κοινό, αλλά όσο περνούσαν οι ώρες, τόσο μαζεύονταν ο κόσμος.

Μετά τις 12 το βράδυ, όταν έβγαιναν τα μεγάλα ονόματα της μέρας, όλη η πρασινάδα μπροστά στο stage ήταν γεμάτη με ανθρώπους ντυμένους με αμάνικα και μαγιώ, με σφυρίχτρες στον λαιμό, που είτε χτυπιόντουσαν στον ρυθμό τέρμα μπροστά, είτε άραζαν λίγο πιο πίσω και απολάμβαναν.

Τα sets κρατούσαν μέχρι το ξημέρωμα, κατά τη διάρκεια των οποίων ο κόσμος κυκλοφορούσε είτε προς τα περίπτερα με τα φαγητά και τις μπύρες (υπήρχε ακόμη και παράρτημα του μοριακού κοκτεϊλάδικου Momix) είτε προς τις καρέκλες κατά μήκος του ποταμιού για να ηρεμίσει λίγο.

Όποιος επέστρεφε στο κάμπινγκ, θα κοιμόταν μόνο αφού ξημέρωνε κανονικά και δεν είχε μείνει ενέργεια για φώναγμα σε κανέναν. Κάτι σαν το Ποσείδι, απλά μόνο με μπιτάκια.

Ποιο είναι το νόημα από ένα φεστιβάλ με DJs;

Οι άνθρωποι που μάθαιναν ότι είμαι στην Dreamland χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: Αυτούς που ζήλευαν και μου έλεγαν το πόσο θα ήθελαν να έρθουν κι εκείνοι, και αυτούς που απορούσαν με το γιατί να πάει κανείς σε φεστιβάλ όπου παίζουν μόνο DJ. Τρεις μέρες, όλη μέρα και νύχτα με ανθρώπους που απλά διαλέγουν κομμάτια, δεν θα καταντούσε βαρετό;

Τελικά, αυτό είναι ένα από τα πράγματα που λειτουργεί διαφορετικά στην πράξη απ’ ότι στην θεωρία.

Οι DJ πράγματι την ώρα του φεστιβάλ μπορούν αν το θέλουν να πατήσουν απλά το Play και μετά να παίζουν θέατρο πως μιξάρουν. Δεν λέω πως το κάνουν, αλλά μπορούν. Και στην μέση περίπτωση, το μιξάρισμα δεν είναι και κάτι το πολύ δύσκολο. Αρκεί να έχεις τα κατάλληλα κομμάτια και μια βασική ικανότητα beat-matching και μπορείς εύκολα να κάνεις τον DJ.

Το θέμα είναι πως ο DJ εκείνη τη στιγμή δεν είναι μουσικός. Είναι περισσότερο ένας curator, ένας π.χ. γκαλερίστας που είπε: “Ποια κομμάτια θέλω να βγάλω στη φόρα μπροστά σε αυτούς τους ανθρώπους;” και τα παρουσιάζει τελικά σαν καλούς πίνακες. Αν κάνει καλές επιλογές, ο κόσμος θα έχει λόγο να γουστάρει.

Μα και πάλι, στο φεστιβάλ, συμπέρανα, δεν πηγαίνεις μονάχα για τους DJ. Πας περισσότερο για τον κόσμο. Γιατί αυτό που σε μαγεύει στην Dreamland είναι το να χορεύεις μαζί με χιλιάδες άτομα, να σφυρίζεις με το ρυθμό του κομματιού, να κουνάς τα χέρια και να χτυπιέσαι μαζί με ανθρώπους από όλη την Ελλάδα που περνάνε καλά.

Είναι μια ομαδοποίηση πάνω σε κοινό ρυθμό που ιστορικά ξεκινάει από τις προϊστορικές φυλές που χόρευαν γύρω από τη φωτιά.

Η Dreamland (και κάθε αντίστοιχη διοργάνωση) δεν είναι συναυλία. Είναι φεστιβάλ.

Hate? No comments.

Κατά τη διάρκεια αυτών των τριών ημερών, όσοι ήμασταν στο φεστιβάλ περνούσαμε πραγματικά τέλεια. Όποτε, όμως, ρίχναμε μια ματιά στα social media της διοργάνωσης, μας έκαναν εντύπωση τα αρνητικά σχόλια που διαβάζαμε από ανθρώπους που δεν είχαν καν παρευρεθεί. Ρώτησα για αυτά τον Γιώργο όπως και για το αν υπήρξαν άλλες πιθανές δυσκολίες.

«Για τα hate comments στο Facebook δεν έχω κάτι να σχολιάσω. Για τις άλλες δυσκολίες που εμφανίστηκαν θα πω το εξής: Όταν βλέπουν κάποια παιδιά (μέσος όρος 35 χρονών) από το μηδέν να προσπαθούν να φτιάξουν κάτι, υπάρχουν άνθρωποι που κοιτάνε με το δικό τους συμφέρον αυτή τη διοργάνωση και λένε “γιατί να μην το έκανα εγώ;” ή “γιατί να μην το οργανώσει και να κερδίσει από αυτό μια πολυεθνική;”»


Μήπως πίσω από τις δυσκολίες κρύβονται οι Illuminati;

Προβλήματα, πάντως, πράγματι υπήρχαν. Για αρχή, με τις τουαλέτες, οι οποίες ήταν λίγες και ως χημικές δεν ενέπνεαν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στους κατασκηνωτές. Σε αυτή την περίπτωση, γνωρίσαμε από κοντά τη φύση και το δάσος.

Άλλο θέμα ήταν η έλλειψη ρεύματος, αφού σε όλο το κάμπινγκ δεν υπήρχε ούτε μια πρίζα, οπότε όλοι μας αναγκαζόμασταν να περιμένουμε σαν ζητιάνοι γύρω από τις λιγοστές πρίζες των περιπτέρων, προσθέτοντας μάλιστα και το ένα πολύμπριζο πάνω στο άλλο για να καταφέρουμε να φορτίσουμε όσο πιο πολλά κινητά γινόταν.

Σε άλλες λεπτομέρειες, ο δρόμος από το πάρκινγκ ως το stage δεν είχε τον παραμικρό φωτισμό και άρα έπρεπε να ανάβουμε φακούς για να περπατήσουμε, αλλά και το πρόγραμμα θα μπορούσε να είναι αναρτημένο κάπου στο φεστιβάλ και με πιο συγκεκριμένες τις ώρες των set.

«Υπήρξαν ατέλειες για την πρώτη χρονιά» σχολιάζει ο Γιώργος «αλλά προσπαθούμε ενεργά να ακούσουμε τον κόσμο και να μάθουμε ποιες ήταν αυτές για να τις βελτιώσουμε του χρόνου. Σίγουρα ποτέ δεν θα είναι όλες οι απαιτήσεις καλυμμένες. Πάντα θα υπάρχουν αυτοί που θα έχουν κάποιο παράπονο, οι οποίοι θα θέλουν το τέλειο. Αλλά σύμφωνα με την τιμή του εισιτηρίου για φέτος, δηλαδή 50 € για τριήμερο φεστιβάλ μαζί με κάμπινγκ, με 30 κορυφαίους Dj και άλλους 40 από όλη την Ελλάδα και διάφορους ραδιοφωνικούς σταθμούς, πιστεύουμε ότι προσφέραμε ένα αρκετά δυνατό value for money.»

Τι θα φέρει το μέλλον;

Με ένα φεστιβάλ που από την πρώτη φορά έφερε κόσμο από όλη την Ελλάδα, αλλά και ένωσε τα μεγαλύτερα ονόματα από DJs στα stages, οι προσδοκίες για την επόμενη χρονιά είναι μεγάλες.

Στο ερώτημα για το τι μπορούμε να περιμένουμε, ο Γιώργος Καλλίνικος μου απαντάει: «Καταρχήν δεν ξέρουμε αν του χρόνου η Dreamland θα ξαναγίνει εδώ. Φυσικά, το θέλουμε πολύ, αλλά για να γίνει θέλουμε και την στήριξη των τοπικών αρχόντων της περιοχής, πράγμα που δεν υπήρξε μέχρι στιγμής, όταν την ίδια στιγμή βλέπουμε ανθρώπους από άλλες περιοχές να μας δίνουν καλύτερες εγγυήσεις και να βάζουν πλάτες για το μέλλον της Dreamland για να παραμείνει ο νούμερο 1 μουσικός θεσμός στην Ελλάδα.»

Πέραν από το θέμα της τοποθεσίας, ο Γιώργος συνεχίζει: «Κατά τα άλλα, σκοπός μας είναι του χρόνου να έχουμε ένα κορυφαίο όνομα στον κόσμο την μέρα, το οποίο θα πλαισιώνεται από τους κορυφαίους DJs της Ελλάδας. Ειδικά από τη στιγμή που είμαστε στην Αρχαία Ολυμπία, θέλουμε να κρατάμε έντονο το Ελληνικό στοιχείο.»

Εγώ αυτό που είδα ήταν μια επαγγελματική δουλειά, με τον θετικό “ερασιτεχνισμό” που χρειάζεται για μια πρώτη προσπάθεια, από ανθρώπους που αγαπάνε αυτό που κάνουν και με ένα κοινό που πραγματικά διασκέδασε και πέρασε ένα τριήμερο με χορό, κολύμπι στο ποτάμι και πολύ καλή συμπεριφορά.

«Ας αγαπήσουμε αυτή τη διοργάνωση» μου λέει ο Γιώργος. «Είναι κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα. Κάποιοι φεύγουν από εδώ για να πάνε στην Tommorowland και πληρώνουν το λιγότερο 400€ μόνο τα εισιτήρια για το φεστιβάλ. Και το κάνουμε αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα με μόνο το 1/3 του budget. Πιστεύω ότι είναι πολύς ο κόσμος που αγαπάει αυτό το είδος μουσικής στην Ελλάδα. Οι κακοπροαίρετοι στην Ελλάδα δεν θα σταματήσουν να υπάρχουν ποτέ, αλλά νομίζω πως τελικά οι καλοπροαίρετοι είναι πολύ περισσότεροι.»

Καθώς οδηγούσα τρεις η ώρα το βράδυ τον δρόμο της επιστροφής, οι φίλοι μου στα πίσω καθίσματα κοιμόντουσαν και ο συνοδηγός βρίσκονταν μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Χωρίς να ξέρω αν με ακούει του ζήτησα ένα από τα CD που γράψαμε πριν ξεκινήσουμε το roadtrip. Εκείνος, δεν ξέρω αν το έκανε μηχανικά, αλλά με κλειστά μάτια έβγαλε το CD από τη θήκη και το έβαλε να παίξει.

Πλησιάζοντας στην Πάτρα, με τη μουσική να παίζει σιγά από τα ηχεία για να με κρατάει ξύπνιο, σκεφτόμουν αυτό το τριήμερο πάρτι που πέρασε πριν καν το καταλάβω.

Οδηγώντας τον δρόμο για τη Θεσσαλονίκη, σκεφτόμουν από τώρα την επόμενη χρονιά, όταν θα κάνω ίσως ξανά τον ίδιο δρόμο, ίσως με την ίδια παρέα, για να δούμε ξανά από κοντά αυτό το φεστιβάλ που γεννήθηκε εκεί μαζί μας, μαζί με όλους όσους βρέθηκαν εκεί στην πρώτη του φορά, αλλαγμένο πια και πιο ώριμο.

Γιατί ήδη, αυτές οι τρεις μέρες που μόλις πέρασαν, έμοιαζαν, όπως όλες οι αναμνήσεις, σαν όνειρο…

Κείμενο: Alex Εμεξεζίδης
Συνέντευξη: Larry Ιωαννίδης
Φωτογραφίες: Μιχάλης Νικολαΐδης

Comment: